~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
..................................................................................* νέα και από τον εκδοτικό χώρο ... *
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
κιτρινισμένες λιθο-γραφίες... για τον άνθρωπο και τις αξίες που χάθηκαν στην εποχή μας
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~ «O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό…». Γκαίτε ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

Μαρία Ιορδανίδου: «Λωξάντρα» (1962), ένα μυθιστόρημα που ουσιαστικά στηρίζεται στις αναμνήσεις της, από τη ζωή της στην Κωνσταντινούπολη

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ/
Μαρία Ιορδανίδου


«Συχνά μας έλεγε ιστορίες της Πόλης σκιαγραφώντας τη γιαγιά της, τη Λωξάντρα.
-Μαρίκα, δεν κάθεσαι να τα γράψεις όλ’ αυτά που μας ανιστοράς, της έλεγα.
-Λωλάθηκες! μου αποκρινόταν. Εγώ το μόνο που έμαθα να κάνω είναι να γράφω αιτήσεις.
-Γράψε τα όπως τα λες, κι αυτό φτάνει.
Η Μαρίκα τίποτα. Αμετάπειστη! Μια μέρα με παίρνει στο τηλέφωνο.
-Δημήτρη, έγραψα τη Λωξάντρα.
-Τι;
-Να, τα όσα σου ανιστορούσα για την Πόλη.
-Μπράβο, Μαρίκα.
-Τι μπράβο κάθεσαι και μου λες. Κανείς εκδότης δεν το βγάζει».
Έτσι περιγράφει ο Δημήτρης Φωτιάδης τον διάλογό του με τη Μαρία Ιορδανίδου |1897 - 6.11.1989|, Ελληνίδα πεζογράφο που έγινε ευρέως γνωστή σε ηλικία 65 ετών με το βιβλίο της «Λωξάντρα» (1962), ένα μυθιστόρημα που ουσιαστικά στηρίζεται στις αναμνήσεις της Ιορδανίδου από τη ζωή της στην Κωνσταντινούπολη πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο και αφηγείται την ιστορία της γιαγιάς της.

___________
Μαρία Ιορδανίδου diastixo.gr - 06 Νοεμβρίου 2017

Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

Ο Νίκος Γκάτσος, με τα τραγούδια του περιγράφει με ζωντάνια, οργή, θλίψη και προφητικότητα τη σημερινή Ελλάδα της φθοράς, της διαφθοράς, της σήψης, του χαμού...

Mimis Papafragos
ΑΣΕΑ ΑΡΚΑΔΙΑΣ
Ο Νίκος Γκάτσος, ο μεγάλος αυτός δημιουργός, έβλεπε και νοιαζόταν για την κατάσταση στην Ελλάδα. 
Ο Δ. Τσάκωνας, Καθηγητής Πανεπιστημίου, γράφει:
"Το 1991 σπάζοντας τη σιωπή του ο Γκάτσος με τα -Κατά Μάρκον- τραγούδια του περιγράφει με ζωντάνια, οργή, θλίψη και προφητικότητα τη σημερινή Ελλάδα της φθοράς, της διαφθοράς, της σήψης, του χαμού. Ο ποιητής υψώνει το μαστίγιο κατά πάντων όσοι φθείρουν, διαφθείρουν, ξεπουλούν και προδίδουν αυτό που λέγεται Ελλάδα".
Και τόνιζε προφητικά αλλά και επίκαιρα για σήμερα, ο ποιητής

" Που πας Ελλάδα
σε τι σκοτάδια πέφτεις
μην παίρνεις φόρα στην κατηφόρα
ξεθώριασε ο καθρέφτης...

Που πας Ελλάδα
για που κατηφορίζεις
έρχεται μπόρα κι αυτήν την ώρα
κανέναν δεν ορίζεις"

~~~~~~~~~~



* Από το βιβλίο "Ένας αιώνας Γκάτσος" 
κυκλοφόρησε σε Β' έκδοση, με προσθήκες και διορθώσεις, 
και διατίθεται στα βιβλιοπωλεία: 
- Παλλάς Ουάσιγκτον 23 Τρίπολη 
- Παγκόσμιον Κύπρου 26Α Βριλήσσια και 
- Χάρτης Γράμμου 40 Βριλήσσια

Τρίτη, 10 Οκτωβρίου 2017

Οι πόλεις, ηρωίδες των βιβλίων

  ΒΙΒΛΙΟ  
γράφει ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ*
Το κρυμμένο Βερολίνο σήμερα, με ορθάνοικτες τις πληγές και τις ενοχές του παρελθόντος, εμπνέει την Αντζη Σαλταμπάση στο «Μπερλίν» της (εκδ. Πόλις).
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Τι είναι η πατρίδα μου; Μην είν’ οι κάμποι; Μην είναι τ’ άσπαρτα ψηλά βουνά; Οι στίχοι του Ιωάννη Πολέμη συνοδεύουν αυτομάτως κάθε σχετική αναρώτηση περί Ελλάδας και πατρίδας, σαν να έχουν καταγραφεί στο συλλογικό φαντασιακό του Ελληνα. Ομως το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα και ο 21ος μέχρι στιγμής, τουλάχιστον στην πεζογραφία που μας αφορά εν προκειμένω, έχει ξεχωριστά παραδείγματα μετατόπισης του θεματικού ενδιαφέροντος στην πόλη, στο άστυ. Δημήτρης Χατζής, Κώστας Ταχτσής, Μένης Κουμανταρέας, Μάρω Δούκα είναι μόνον ελάχιστοι από τους συγγραφείς που έχουν καταγράψει το αστικό τοπίο ως κύριο πρωταγωνιστή των έργων τους, ως ένα σιωπηλό ήρωα, που μιλάει μέσα από τις μεταβολές που επιφέρει στον βίο και την πολιτεία των ανθρώπινων ηρώων.
Στην ίδια παράδοση εντάσσονται τέσσερα πεζά κείμενα που εκδόθηκαν εντός του 2017: η «Καινούργια πόλη» του Θεόδωρου Γρηγοριάδη (εκδ. Πατάκη), οι «Τέσσερις μαρτυρίες για την εκταφή του ποταμού Ερρινυού» της Αντζελας Δημητρακάκη (εκδ. Εστία), το «Μπερλίν» της Αντζης Σαλταμπάση (εκδ. Πόλις) και το «Οστινάτο» της Μαριάνας Ευαγγέλου (εκδ. Πατάκη). Στην αρχική ερώτηση «τι είναι η πατρίδα μου;», οι τέσσερις συγγραφείς απαντούν, εκόντες άκοντες: οι προσδοκίες και οι μνήμες μας, οι φλογερές επιθυμίες μας, που με τα χρόνια μπορεί να ξεθυμαίνουν, όπως αργοσβήνει η νοσταλγία από τη μανία της πραγματικότητας. «Μεγάλες προσδοκίες, μικρές πραγματικότητες», έλεγε ο Μαρκ Τουέιν...
Λαμπερή δεκαετία
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης βγάζει στο προσκήνιο το αστικό τοπίο: το είχε κάνει με τη μεταπολιτευτική Θεσσαλονίκη στο «Παρτάλι», αλλά και στους «Χάρτες», όπου μιλούσε, μεταξύ άλλων, για δυστοπίες και ουτοπίες. Στην «Καινούργια πόλη», ο συγγραφέας χειρουργεί την Αθήνα του ’90, όπως τη βιώνει ο επαρχιώτης Μανόλης με τη μητέρα του Μαργαρίτα. Είναι μια πόλη που εκρήγνυται από τη δίψα των κατοίκων της να γίνουν «Ευρώπη», να ρουφήξουν τις δυνατότητες που δίνουν το χρήμα, η λάμψη, η επιφάνεια. Η Αθήνα, και μαζί της οι δύο ήρωες, χτίζεται με την αισθητική της χλιδής και γκρεμίζεται με το κατά τόνους εισαγόμενο lifestyle, που τελικώς δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες όσων επένδυσαν σε αυτήν. Στην «Καινούργια πόλη» του Γρηγοριάδη η πόλη πνίγει όσους δεν θέλουν να ακολουθήσουν τη μεγάλη της «φυγή προς τα εμπρός», όσους αδυνατούν να συγχρονιστούν με τον κατακλυσμιαίο ρυθμό του «εκσυγχρονισμού» της. Η Αθήνα γίνεται βωμός στον οποίον λατρεύεται το αστικό παρελθόν και θυσιάζεται το αστικό μέλλον. Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης αναδεικνύει την πόλη ως αρένα, για όσους θέλουν ν’ αρπάξουν τον ταύρο απ’ τα κέρατα, και ως καταφύγιο, για όσους πληγώθηκαν από τον ίδιο ταύρο.
Τα αθηναϊκά ’80s
Μία δεκαετία πίσω, στα ’80s, τοποθετεί η Αντζελα Δημητρακάκη της Αθηναίες ηρωίδες της στις «Τέσσερις μαρτυρίες για την εκταφή του ποταμού Ερρινυού». Η Ιωάννα, η Σοφία, η Κατερίνα και η Ραχήλ είναι έφηβες που καραδοκούν το μέλλον να καταφτάσει, ενώ, στο μεταξύ, ονειρεύονται πάνω σε ταράτσες μιας πρωτεύουσας κατάφορτης υποσχέσεις σοσιαλιστικού παραδείσου, στα σκοτεινά στενά της, στα οποία άλλοι καταφεύγουν και τα οποία άλλοι αποφεύγουν, στο σχολείο ακόμα ακόμα, με το μάθημα της Ιστορίας. Και στη νουβέλα της Δημητρακάκη εμφανίζεται το τρίπτυχο παρελθόν - παρόν - μέλλον της πόλης. Πιστή στη συνύπαρξη των αφηγηματικών ειδών, η συγγραφέας χωρίζει τις «Τέσσερις μαρτυρίες» σε αντίστοιχα είδη: Γράμμα #1, Προφορική μαρτυρία #1, Προφορική μαρτυρία #2, Γράμμα #2. Ο Ερρινυός μεταφέρει στα νερά του τα όνειρα για μιαν Αθήνα με τον δικό της Σηκουάνα, όπου στις όχθες του θα δημιουργηθούν αστικές οάσεις. Οι τέσσερις ηρωίδες παλεύουν με τους μύθους, με τις πραγματικότητες, συγκρούονται και πολεμούν. Πώς αλλιώς, αφού οι «τέσσερις» ακούν τον Ian Curtis των Joy Division.
Βερολίνο με μιαν ανάσα
Αλλαγή χώρας. Το «Μπερλίν», πρώτο βιβλίο για την Αντζη Σαλταμπάση, είναι μία «υποκειμενική αλλά όχι προσωπική» καταγραφή μιας ευρωπαϊκής πρωτεύουσας που παλεύει με την ενοχή για την πρόκληση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και με τον φόβο για την ήττα. Το Βερολίνο της Σαλταμπάση είναι ο ομφαλός του κόσμου, η πόλη όπου συνυπάρχουν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον – όχι, ασφαλώς, διά της «αρχαιολογικού» ενδιαφέροντος κληρονομιάς. Η Ιστορία που γράφτηκε, γράφεται και θα γραφτεί συμβαίνει ταυτόχρονα σε όλες της τις εκφάνσεις. «Eine gute Geschichte zu schreiben», λένε οι Γερμανοί («ας γράψουμε ωραία Ιστορία», σε ελεύθερη μετάφραση) και η Αντζη Σαλταμπάση το κατάφερε.
Η «λούπα» της Ξάνθης
Η Μαριάνα Ευαγγέλου, με το «Οστινάτο» (η μουσική επάνοδος, η «λούπα» δηλαδή, ενός μοτίβου σε μία σύνθεση), κλείνει εντός παρενθέσεως τα χρόνια από το 1940-1974 και βάζει τους ήρωές της να μεταβαίνουν στην προπολεμική και αμέσως στη μεταδικτατορική ελληνική επαρχία. Η Ξάνθη λειτουργεί ως η τρίτη ηρωίδα, μετά τον συνταξιούχο δάσκαλο μουσικής Μάριο και τη σαραντάρα Ανα. Η συγγραφέας, με μιαν ανάσα θα έλεγε κανείς, μετατρέπει το πρώτο της βιβλίο σε καζάνι όπου βράζουν οι δύο εποχές του ίδιου τόπου – η Ξάνθη της Ευαγγέλου «μιλάει» για τα σώψυχά της: την πολυπολιτισμικότητά της, την επάνοδο –ίσως σε μορφή «λούπας»– της προσωπικής μνήμης στο παρόν μιας πόλης σαν «ένα ποτάμι που μετά από αμέτρητους μαιανδρισμούς ξαναγυρνά στην πηγή του».
____________

Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017

Αντώνης Σουρούνης, Όλες γυμνές όλες πανέμορφες

ΔΙΗΓΗΜΑ *

Αντώνης Σουρούνης
Αντώνης Σουρούνης
Η πρώτη εικόνα που έχω από τον κόσμο είναι γυμνές γυναίκες. Θα ήμουν δύο ή τριών χρόνων και η μάνα μου με πήρε μαζί της στο χαμάμ, όπου πήγαινε κάθε βδομάδα με τις γειτόνισσες. Μέχρι τότε δε θυμάμαι τίποτε από τη ζωή, λες κι εκείνη τη μέρα άνοιξαν τα μάτια μου, καθυστερημένα, σαν τα κουτάβια. Ή σαν εκείνη τη μέρα να γεννήθηκα και αντίκρισα την πλάση. Και οι γυναίκες άλλωστε έκαναν λες κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή ήρθα στον κόσμο και με υποδέχονταν. Με κάθιζαν στις γυμνές τους κοιλιές και ονομάτιζαν αυτό και τ’ άλλο που εξείχε από το σώμα μου και πώς λειτουργεί. Από τ’ αυτιά και τη μύτη μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών μου. Ακόμα και σήμερα έχω τα κορμιά τους μπρος στα μάτια μου. 
Όχι και τόσο για τη γύμνια τους, όσο για τη φυσικότητά τους. Κινούνταν, περπατούσαν και στέκονταν σαν να ήταν ντυμένες και βρίσκονταν στο μαχαλά τους. Νέες και γριές, μιλούσαν, γελούσαν και φώναζαν, καταχαρούμενες που βρέθηκαν ολομόναχες μεταξύ τους, τσίτσιδες κι ανυπόδητες, ντυμένες μόνο με το σαρκίο που τους χάρισε η φύση και δεν τις ένοιαζε πια αν ήταν φτιαγμένο από μαλλί, κάμποτ, βαμβάκι ή μετάξι. Η αρσενική παρουσία ανάμεσά τους ήταν ακόμα στα σπάργανα, μπορούσαν λοιπόν να παίζουν μ’ αυτήν, όπως τα μικρά κορίτσια με την κούκλα τους. Εγώ ήθελα να παίζω με την Κατίνα. Άπλωνα τα μικρά μου χέρια προς το μέρος της, σημάδι πως αυτήν είχα επιλέξει, αυτή ήταν η πιο όμορφη. Και ήταν. Οι γυναίκες γελούσαν, αφού η γνώμη μου ακόμα δεν είχε καμιά σημασία γι’ αυτές και δε μετρούσε. Κι αυτό ακριβώς τις έκανε όλες όμορφες.
      Όταν μεγάλωσα, είδα πολλές φορές την ίδια εικόνα σε έργα μεγάλων ζωγράφων. Γυναίκες καθιστές, γυναίκες ξαπλωτές και γυναίκες όρθιες, σε χώρους ανοιχτούς και χώρους κλειστούς, κάτω από δέντρα και πάνω σε μεταξωτά μαξιλάρια, όλες γυμνές και όλες πανέμορφες, εναρμονισμένες με τον εαυτό τους, το περιβάλλον και τη χαρά που τους πρόσφερε η στιγμή. Ζούσαν μέσα στο παρόν κι αυτό τις έκανε αιώνιες. Φαίνονται να μην έχουν ηλικία, επειδή φαίνονται να κουβαλάνε όλες τους τις ηλικίες, χωρίς να έχουν απαρνηθεί καμιά και χωρίς να προσμένουν κάποια άλλη. Δείχνουν μικρά κορίτσια και ταυτόχρονα μεστωμένες γυναίκες. Δίχως φιλάρεσκους υπολογισμούς και δίχως υλικούς στόχους. Με βυζιά που φυτρώνουν άνισα από μόνα τους, με μπούτια σαν κορμούς αμπόλιαστων δέντρων και με κοιλιές, κοιλιές μεγάλες και φουσκωμένες, έτοιμες να χωρέσουν μέσα τους όχι μόνο παιδί, αλλά ολόκληρο άντρα. Όλοι αυτοί οι ζωγράφοι λάτρευαν την ομορφιά και την αθωότητα, κι αυτά απεικόνιζαν. Όπως έκαναν και οι αρχαίοι Έλληνες με τα αγάλματα και τις αναπαραστάσεις που βλέπουμε σε τοιχογραφίες και σε πιθάρια. Ο γυμνός άντρας που ετοιμάζεται να παλέψει έχει την ίδια χάρη μ’ εκείνον που προσφέρει στη γυναίκα ένα λουλούδι και τον άλλο που κρατάει ένα κανάτι με κρασί. Κι όλοι μαζί έχουν τη χάρη της Αφροδίτης που συνοδεύεται από τον Έρωτα. Αν υπάρχει κάτι που ενώνει τους καλλιτέχνες μέσα στους αιώνες, είναι η άποψη πως η ομορφιά υπάρχει μέσα στην απλότητα και την αφέλεια. Όποιος δεν τ’ ανακάλυψε αυτό δεν είναι καλλιτέχνης, είναι απλός τεχνίτης.
      Άλλη χάρη έχει ένα λουλούδι στο δάσος, άλλη σε μια γλάστρα κι άλλη μέσα στο βάζο. Από τη στιγμή που δίνεις σημασία και μετράς τη γνώμη των άλλων, μετράς και τα βήματά σου και τις κινήσεις σου. Οι γυναίκες που χτίζουν τα κορμιά τους με το μυστρί του πλαστικού χειρουργού πανικοβάλλονται όταν το βλέπουν να καταρρέει, ενώ εκείνες που πλάστηκαν με το χάδι του άντρα το καμαρώνουν και το χαίρονται μέχρι το τέλος. Όταν το σώμα χάνει τη φυσικότητα, χάνει και την ομορφιά του. Γιατί δεν υπάρχει όμορφο και άσχημο σώμα. Υπάρχει μόνο ζωντανό και νεκρό. Έμψυχο και άψυχο. Τα μικρά παιδιά που δε νοιάζονται για τη γοητεία τους, καθώς και όσοι γέροι άνθρωποι συμφιλιώθηκαν με το κορμί τους, είναι ολοφάνερη απόδειξη για το πόσο ωραίο μπορεί να ’ναι ένα σώμα που μέσα του δεν κατοικεί η φιλαρέσκεια αλλά η αθωότητα. Και πόσο άσχημο μπορεί να είναι το σώμα κάποιου ή κάποιας που το κινεί για να αρέσει ή ακόμα χειρότερα για να το εμπορευτεί. Δεν υπάρχει πιο άσχημο κορμί από εκείνο της νεαρής καλλίγραμμης πόρνης, που σου το προσφέρει κούφιο και άψυχο, επειδή η καρδιά της είναι αφημένη στον αγαπητικό της. Και δεν υπάρχει πιο όμορφο από το σώμα της γριάς Κατίνας, που το ’χε η μοίρα της να παντρευτεί το φούρναρη της γειτονιάς μας και την ώρα που έπεφταν για ύπνο οι περισσότερες όμορφες γυναίκες, εκείνη σηκωνόταν για να ζυμώσει, να φουρνίσει και να φτυαρίσει. Συνέχεια ήταν αλευρωμένη, σαν να έπλαθε τον εαυτό της καθημερινά μαζί με το ψωμί της, κι όπως αυτό ήταν πάντα φρέσκο κι ευωδιαστό, έτσι ήταν κι εκείνη.
      Σήμερα, όταν τη βλέπω καμιά φορά στο δρόμο καθαρή πια και ξεκούραστη, μου χαμογελάει μ’ εκείνο το ίδιο κοριτσίστικο χαμόγελο του χαμάμ, τότε που άπλωνα τα χέρια προς το μέρος της. Απλώνω το χέρι να τη χαιρετίσω και, παρόλο που είναι γριά και ντυμένη, το σώμα της έχει την ίδια στάση που είχε γυμνή κοπελίτσα, όταν για μια στιγμή στη ζωή της υπήρξε η πρώτη και ωραιότερη γυναίκα στην ψυχή ενός νεογέννητου άντρα. Χωρίς να το ξέρει η ίδια.
~~~~~~
(*) Το διήγημα «Όλες γυμνές, όλες πανέμορφες», περιλαμβάνεται στη συλλογή Κυριακάτικες ιστορίες (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2002).
~~~~~~~~~

Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Γ. Σεφέρης - Βραβείο Νομπέλ στη Λογοτεχνία

Γ. Σεφέρης 


 Η ομιλία του Γ. Σεφέρη κατά την απονομή του βραβείου Νομπέλ στη Λογοτεχνία - Στοκχόλμη, 10 Δεκεμβρίου 1963 “Ανήκω σε μια χώρα μικρή”. Τούτη την ώρα αισθάνομαι πως είμαι ο ίδιος μια αντίφαση. Αλήθεια, η Σουηδική Ακαδημία έκρινε πως η προσπάθειά μου σε μια γλώσσα περιλάλητη επί αιώνες, αλλά στην παρούσα μορφή της περιορισμένη, άξιζε αυτή την… υψηλή διάκριση. Θέλησε να τιμήσει τη γλώσσα μου, και να – εκφράζω τώρα τις ευχαριστίες μου σε ξένη γλώσσα. Σας παρακαλώ να μου δώσετε τη συγγνώμη που ζητώ πρώτα-πρώτα από τον εαυτό μου. 
Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που μας χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα. 
Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά· κανόνας της είναι η δικαιοσύνη. Στην αρχαία τραγωδία, την οργανωμένη με τόση ακρίβεια, ο άνθρωπος που ξεπερνά το μέτρο, πρέπει να τιμωρηθεί από τις Ερινύες. Ο ίδιος νόμος ισχύει και όταν ακόμα πρόκειται για φυσικά φαινόμενα: “Ήλιος ουχ υπερβήσεται μέτρα” λέει ο Ηράκλειτος, “ει δε μη, Ερινύες μιν Δίκης επίκουροι εξευρήσουσιν”.
Συλλογίζομαι πως δεν αποκλείεται ολωσδιόλου να ωφεληθεί ένας σύγχρονος επιστήμων, αν στοχαστεί τούτο το απόφθεγμα του Ίωνα φιλοσόφου. Όσο για μένα συγκινούμαι παρατηρώντας πως η συνείδηση της δικαιοσύνης είχε τόσο πολύ διαποτίσει την ελληνική ψυχή, ώστε να γίνει κανόνας και του φυσικού κόσμου. Και ένας από τους διδασκάλους μου (εννοεί τον Μακρυγιάννη), των αρχών του περασμένου αιώνα, γράφει: “…θα χαθούμε γιατί αδικήσαμε…” Αυτός ο άνθρωπος ήταν αγράμματος· είχε μάθει να γράφει στα τριανταπέντε χρόνια της ηλικίας του. Αλλά στην Ελλάδα των ημερών μας, η προφορική παράδοση πηγαίνει μακριά στα περασμένα όσο και η γραπτή. 
Το ίδιο και η ποίηση. Είναι για μένα σημαντικό το γεγονός ότι η Σουηδία θέλησε να τιμήσει και τούτη την ποίηση και όλη την ποίηση γενικά, ακόμη και όταν αναβρύζει ανάμεσα σ’ ένα λαό περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. 
Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα, και τι θα γινόμασταν αν η πνοή μας λιγόστευε; Είναι μια πράξη εμπιστοσύνης κι ένας Θεός το ξέρει αν τα δεινά μας δεν τα χρωστάμε στη στέρηση εμπιστοσύνης. Παρατήρησαν, τον περασμένο χρόνο γύρω από τούτο το τραπέζι, την πολύ μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις ανακαλύψεις της σύγχρονης επιστήμης και στη λογοτεχνία· παρατήρησαν πως ανάμεσα σ’ ένα αρχαίο ελληνικό δράμα και ένα σημερινό, η διαφορά είναι λίγη. Ναι, η συμπεριφορά του ανθρώπου δε μοιάζει να έχει αλλάξει βασικά. Και πρέπει να προσθέσω πως νιώθει πάντα την ανάγκη ν’ ακούσει τούτη την ανθρώπινη φωνή που ονομάζουμε ποίηση. Αυτή τη φωνή που κινδυνεύει να σβήσει κάθε στιγμή από στέρηση αγάπης και ολοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει πού να βρει καταφύγιο· απαρνημένη, έχει το ένστικτο να πάει να ριζώσει στους πιο απροσδόκητους τόπους. Γι’ αυτή δεν υπάρχουν μεγάλα και μικρά μέρη του κόσμου. Το βασίλειό της είναι στις καρδιές όλων των ανθρώπων της γης.
Έχει τη χάρη να αποφεύγει πάντα τη συνήθεια, αυτή τη βιομηχανία. Χρωστώ την ευγνωμοσύνη μου στη Σουηδική Ακαδημία που ένιωσε αυτά τα πράγματα· που ένιωσε πως οι γλώσσες, οι λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δεν πρέπει να καταντούν φράχτες όπου πνίγεται ο παλμός της ανθρώπινης καρδιάς· που έγινε ένας Άρειος Πάγος ικανός: να κρίνει με αλήθεια επίσημη την άδικη μοίρα της ζωής, για να θυμηθώ τον Σέλεϋ, τον εμπνευστή, καθώς μας λένε, του Αλφρέδου Νόμπελ, αυτού του ανθρώπου που μπόρεσε να εξαγοράσει την αναπόφευκτη βία με τη μεγαλοσύνη της καρδιάς του. Σ’ αυτόν τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. 
Πρέπει ν’ αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου κι αν βρίσκεται. Όταν, στο δρόμο της Θήβας, ο Οιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα, κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Οιδίποδα.

Το κείμενο στα Ελληνικά από τον Τόμο “Ένας αιώνας Νόμπελ. Οι ομιλίες των συγγραφέων που τιμήθηκαν με το Βραβείο Νόμπελ στον 20ό αιώνα”, 
(Επιμέλεια-Επίλογος: Θανάσης Θ. Νιάρχος), εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2001

Δευτέρα, 5 Ιουνίου 2017

Πρόσβαση στο περιεχόμενο σε 70.000 βιβλία και 11.000 περιοδικά στον υπολογιστή σας!

  Μεταξύ γνώσης και μνήμης  

Ο Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών και η πρόσβαση στα ερευνητικά δεδομένα της ψηφιακής εποχής
Η κεντρική βιβλιοθήκη του ΑΠΘ, έδρα του ΣΕΑΒ από το 2016

«Η πολυτιμότερη πλουτοπαραγωγική πηγή σήμερα δεν είναι πλέον το πετρέλαιο αλλά τα δεδομένα». Ηταν ο τίτλος κύριου άρθρου του περιοδικού The Economist που κυκλοφόρησε στις 6 Μαΐου 2017. Το άρθρο του ιστορικού βρετανικού περιοδικού αναφέρεται στους κολοσσούς Google, Amazon, Apple, Facebook και Microsoft. Η συζήτηση μας ενδιαφέρει, όχι μόνο επειδή ζούμε στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο, αλλά διότι δείχνει τον δρόμο σε ζητήματα ανάπτυξης και ισότητας των πολιτών μέσω της ελεύθερης πρόσβασης στο υπέρτατο αγαθό της εποχής μας: την πληροφορία.
Υπάρχουν και στην Ελλάδα φορείς που δραστηριοποιήθηκαν νωρίς προς την κατεύθυνση αυτή, όπως ο Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών (ΣΕΑΒ). Γνωστός στον χώρο της έρευνας αλλά όχι στο ευρύτερο κοινό, συνενώνει εδώ και είκοσι χρόνια τις προσπάθειες των βιβλιοθηκών των Ιδρυμάτων της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Οι δραματικές αυξήσεις των τιμών των συνδρομών των επιστημονικών περιοδικών διαμόρφωσαν μια συνθήκη μέσα στην οποία γεννήθηκε το 1998 η ιδέα του ΣΕΑΒ. Ο ΣΕΑΒ συστήνεται επισήμως το 2005 με σκοπό την «εξοικονόμηση πόρων και την παροχή βελτιωμένων υπηρεσιών υποστήριξης του εκπαιδευτικού και ερευνητικού έργου των μελών του» και ως το 2016 εδρεύει στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (ΕΜΠ) προτού η έδρα του μεταφερθεί στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ). 
Μεταξύ άλλων πρωτοβουλιών που έχουν επεκτείνει τους αρχικούς στόχους του, ο ΣΕΑΒ σήμερα μεριμνά για τη «συντονισμένη ανάπτυξη των συλλογών των επί μέρους κεντρικών βιβλιοθηκών, τη δημιουργία ενός δικτύου διαδανεισμού σε εθνικό επίπεδο, τη χάραξη κοινής στρατηγικής στον τομέα της πρόσβασης σε ηλεκτρονικό υλικό και την υιοθέτηση κοινών προτύπων και δεικτών απόδοσης των υπηρεσιών των μελών του» εξηγεί στο «Βήμα» η πρόεδρος του ΣΕΑΒ Θεοδώρα Ιωαννίδου, καθηγήτρια στο ΑΠΘ. 
«Πέραν αυτών, ο ΣΕΑΒ έχει καταφέρει να διευρύνει τη βάση της πληροφορίας και ταυτόχρονα να την καταστήσει προσιτή και προσβάσιμη. Ενα παράδειγμα είναι η συλλογή ηλεκτρονικών βιβλίων Κάλλιπος, με τους 500 και πλέον τίτλους σύγχρονων διδακτικών εγχειριδίων σε ηλεκτρονική μορφή. Οι τίτλοι αυτοί παρέχονται δωρεάν, με το καθεστώς της Ανοικτής Πρόσβασης, και ενισχύουν το διδακτικό έργο. Παράλληλα, στο μέτρο του δυνατού και με σεβασμό στα χρήματα που μας εμπιστεύεται η πολιτεία, προχωρούμε σε δράσεις υποστήριξης της εξωστρέφειας του ερευνητικού δυναμικού της χώρας. Η συμμετοχή μας στο SCOAP3, ένα καινοτόμο πρόγραμμα ελεύθερης πρόσβασης στα δεδομένα της πρωτοπορίας της έρευνας στη Φυσική, έδωσε την ευκαιρία σε 660 ερευνητικές εργασίες στον τομέα της Θεωρητικής Φυσικής και των Εφαρμοσμένων Μαθηματικών, να είναι ελεύθερα προσβάσιμες σε παγκόσμια κλίμακα. Το SCOAP3 είναι ένα έργο στο οποίο συμμετέχουν περισσότερες από 3.000 βιβλιοθήκες και οργανισμοί από περίπου 40 χώρες του κόσμου και η ελληνική συμμετοχή, δίπλα σε κολοσσούς όπως το CERN, ήταν πολύ δυναμική». 
Στην εποχή μας, η πρόσβαση στην πληροφορία ατομικά. είναι πλέον δύσκολη. Χρειαζόμαστε φορείς όπως ο ΣΕΑΒ που θα συγκεντρώνουν και θα διαχέουν ελεύθερα τα δεδομένα. «Ο ΣΕΑΒ παρέχει πρόσβαση στο περιεχόμενο 11.000 επιστημονικών περιοδικών και 70.000 ηλεκτρονικών βιβλίων. Μόνο το 2016 "κατέβηκαν" από έλληνες ερευνητές πάνω από 6.200.000 επιστημονικά άρθρα. Ενας ερευνητής ή ένα ίδρυμα από μόνο του, δεν θα μπορούσε να έχει πρόσβαση σε όλα αυτά τα δεδομένα» μας πληροφορεί η πρόεδρος του ΣΕΑΒ. 
Το ερώτημα που ενδιαφέρει τον μέσο χρήστη είναι αν οι υπηρεσίες του ΣΕΑΒ περιορίζονται ακαδημαϊκή κοινότητα. «Πρωτίστως είναι ένα όργανο που εξυπηρετεί ανάγκες της ακαδημαϊκής κοινότητας, αλλά οι βιβλιοθήκες έχουν έναν ευρύτερο ρόλο, τον οποίο ο ΣΕΑΒ εναγκαλίζεται πλήρως» διευκρινίζει η πρόεδρος του ΣΕΑΒ. «Ανάμεσα στα τακτικά μέλη του ΣΕΑΒ βρίσκονται πλέον η Εθνική Βιβλιοθήκη και η Ακαδημία Αθηνών, οι οποίες ήδη δρέπουν τους καρπούς της συνεργασίας τους με τον ΣΕΑΒ, ενώ στα συνεργαζόμενα μέλη βρίσκονται όλα τα ερευνητικά ινστιτούτα της χώρας, όπως το Ιδρυμα Τεχνολογίας και Ερευνας, το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και πρόσφατα η Ακαδημία Αθηνών. Για πολλά χρόνια και οι κυπριακές ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες ήταν μέλη του ΣΕΑΒ έως ότου ίδρυσαν το δικό τους αυτοτελές σχήμα. Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το γεγονός πως μέσω των υποδομών του ευεργετούνται όλοι οι επισκέπτες των βιβλιοθηκών δημοσίων οργανισμών, ενώ μέσω συνεργασιών, όπως π.χ. με το Εθνικό Δίκτυο Ερευνας και Τεχνολογίας (ΕΔΕΤ), επωφελούνται οι νοσοκομειακές μονάδες, οι οποίες δεν διαθέτουν βιβλιοθήκες και δεν είναι μέλη μας». 
Επιπλέον, ο ΣΕΑΒ είναι ανοικτός σε συνέργειες με φορείς που διακατέχονται από όμοιο κοινοπρακτικό πνεύμα αλλά και κοινωνική ευαισθησία. «Η AMELib (Accessible Multi-modal Electronic Library) είναι μια δράση μας που στόχος της είναι η άρση των εμποδίων των λεγόμενων εντυπο-ανάπηρων χρηστών των ελληνικών ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών, δηλαδή ατόμων που δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση σε πληροφορία εντυπωμένη σε φυσικά μέσα. Σε αυτή συμμετέχουν μαζί μας η Εθνική Βιβλιοθήκη, το Κέντρο Εκπαίδευσης και Αποκατάστασης Τυφλών (ΚΕΑΤ), ο Φάρος Τυφλών και ο Πανελλήνιος Σύλλογος Τυφλών και όλοι μαζί προσπαθούμε να προσφέρουμε προσβάσιμο περιεχόμενο μέσα από μία εξίσου προσβάσιμη διαδικτυακή εφαρμογή». 

Μεταξύ γνώσης και μνήμης 
Για να επιστρέψουμε στον Economist και στη διαχείριση δεδομένων, ρωτούμε την πρόεδρο του ΣΕΑΒ πού ακριβώς βρίσκεται η ανάγκη στην ψηφιακή εποχή για συλλογικές προσπάθειες διαχείρισης των δεδομένων. «Υπάρχει η ανάγκη για εργαλεία ανάκτησης όλης αυτής της πληροφορίας» εξηγεί. Συγκεκριμένα, στην Ελλάδα «πολλές από τις βιβλιοθήκες μας συνασπίζονται για τη λειτουργία του ILSaS, ενός κοινού πληροφοριακού συστήματος που θα καταστήσει πιο εύκολη τη δημιουργία του λεγόμενου συλλογικού καταλόγου. Ομως και όσες έχουν επιλέξει να κινηθούν με μια άλλη λύση θα συνδράμουν, ακριβώς επειδή οι βιβλιοθήκες μας συμμορφώνονται με διεθνή πρότυπα. 
Ο ΣΕΑΒ είναι υπεύθυνος για την ανάπτυξη του συλλογικού καταλόγου ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών, όμως πλέον με την έλευση της Εθνικής Βιβλιοθήκης θέλουμε και μπορούμε να τον καταστήσουμε ως τον συλλογικό κατάλογο ελληνικών βιβλιοθηκών, ένα εργαλείο που θα καταγράφει τον πλούτο των ελληνικών βιβλιοθηκών». 
Πριν από δύο εβδομάδες, με αφορμή τη διαχείριση του Αρχείου Καβάφη από το Ιδρυμα Ωνάση γράφαμε για το μείζον ζήτημα της προσβασιμότητας στην πληροφορία, σε αρχεία λογοτεχνών και σε ιστορικά αρχεία οργανισμών, σε αρχειακό υλικό δημόσιο και υλικό ιδιωτικό. Πού η προστασία του υλικού γίνεται επιχείρημα για τον περιορισμό της προσβασιμότητας; «Η αποστολή των βιβλιοθηκών για τη διατήρηση του αρχειακού υλικού συνεπάγεται μεγάλη ευθύνη» υπογραμμίζει η πρόεδρος του ΣΕΑΒ, τονίζοντας ότι «η ευθύνη όμως αυτή δεν μπορεί να γίνεται τροχοπέδη στην πρόσβαση μελετητών και στην ουσιαστική και επωφελή για την κοινωνία και τον πολιτισμό χρήση. Εμείς ως ΣΕΑΒ πιστεύουμε ότι οι φορείς γνώσης και μνήμης, είτε βιβλιοθήκες είναι είτε Αρχεία, είναι έμπειροι και μπορούν να βρουν τη χρυσή τομή ώστε να είναι ταυτόχρονα προσβάσιμα και προφυλαγμένα».

_______
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 14/05/2017 - εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑhttp://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=879492

Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Γιώργης Παυλόπουλος - ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ;

    ΠΟΙΗΣΗ     


Το εξώφυλλο της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων του Γιώργη Παυλόπουλου κοσμεί έργο του ποιητή. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει τον Μάιο από τις Εκδόσεις Κίχλη.
ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ; ***
Στὸν Μιχάλη Πιερῆ
Ποῦ εἶναι τὰ πουλιά;
Ἀτσάραντοι καὶ λιάροι κι ἀητομάχια
συκοφάγοι καὶ κατσουλιέρες καὶ κοτσύφια
τσουτσουλιάνοι καὶ τσαλαπετεινοὶ καὶ τσόνοι
καλημάνες καὶ καλαντζάκια καὶ τσιμιάλια
τσιπιριάνοι καὶ τσικουλῆθρες καὶ σπέντζοι
τετεντίτσες καὶ τουρλουμπούκια καὶ κίσσες
καλοκερῆθρες καὶ σηκονοῦρες κι ἀσπροκώλια
μπεκανότα καὶ δοδόνες καὶ κωλοτριβιδόνες
ξυλοτρούπηδες καὶ σπίγγοι καὶ τρουποφράχτες
κοκκινονοῦρες καὶ τρυγονόλιαροι καὶ μυγουσάκια
γαϊταρίθια καὶ σβουρίτζια καὶ σγουρδούλια
θεοπούλια καὶ μυγούδια καὶ σπίνοι;
Ποῦ εἶναι ὁ Κοκκινολαίμης;
Ποῦ εἶναι τὰ παπιά;
Κρινέλια καὶ γερμάνια καὶ ψαλίδες
ξυλόκοτες καὶ μπάλιζες καὶ σουγλοκώλια
γερατζούλια καὶ ντελίδες καὶ μαυρόπαπα
ψαροφάγοι καὶ τουρλίδες καὶ ζαγόρνα
λαγοτουρλίδες καὶ τσιλιβίδια καὶ βουτουλάδες;
Ποῦ εἶναι ὁ Μολοχτὸς κι ὁ Πάπουζας
ἡ Ἀβοκέτα κι ὁ Καλαμοκανάς;
Ποῦ εἶναι
οἱ συκοποῦλες, οἱ βουλγάρες κι οἱ σιταρῆθρες
τὰ βατοπούλια, τὰ κουφαηδόνια κι οἱ ἀερογάμηδες
οἱ φάσες καὶ οἱ σπαθομύτες
τὰ κιρκινέζια κι οἱ χαλκοκουροῦνες;
Ποῦ εἶναι
ὁ μποῦφος, ὁ χουχουλόγιωργας κι ὁ κοῦκος
ὁ νυχτοκόρακας, ὁ γκιώνης κι ὁ καράπαπας;
Ποῦ εἶναι
τὰ ξεφτέρια, τὰ γεράκια καὶ οἱ ἀετοί;
Ποῦ εἶναι ὁ Ντρένιος, ὁ Καλογιάννης καὶ ὁ Μπέτος;
Ποῦ εἶναι οἱ Μαυροσκούφηδες;
~~~~~~~~~~~~~~~~
* Αναρωτιόμουν, από τότε που διάβασα το ποίημα «Πού είναι τα πουλιά;», τι είναι αυτό που μου προκαλεί δυνατή συγκίνηση. Σίγουρα παίζει σημαντικό ρόλο η ρυθμική οργάνωση του συνόλου, με την επανάληψη (σε παραλλαγή ) του ίδιου ερωτήματος, αλλά και η περίτεχνη ηχητική οργάνωση των επιμέρους ενοτήτων. Νομίζω ωστόσο ότι αυτό που κυρίως μου προκαλεί συγκίνηση είναι η αντινομική σύσταση του ποιήματος, μια και ή άρθρωσή του στηρίζεται σε δύο δομικά στοιχεία που το ένα υπονομεύει και αναιρεί το άλλο. Έτσι, τον κατάλογο με τις λαϊκές (ως επί το πλείστον) ονομασίες πουλιών που σφύζει από ζωή και ήχους, αντιστρατεύεται το μοτίβο «Ubi sunt» (Πού είναι;), που παραπέμπει βέβαια στην απώλεια και είναι γνωστό από την ευρεία χρήση του στη μεσαιωνική ελληνική και δυτική γραμματεία σε ελεγειακού ύφους ποιήματα. Η απόλυτη κατάφαση της ζωής, σε ένα από τα ωραιότερα καταλογικά ποιήματα που έχουν γραφτεί στη γλώσσα μας, και η βεβαιότητα της απώλειας συγχρόνως. 
Οπωσδήποτε ένα μέρος της γοητείας που ασκεί το ποίημα οφείλεται και στη συμβολική του υφή, στο γεγονός δηλαδή ότι μέσα από την εξαφάνιση ή τον θάνατο των πουλιών ο ποιητής μιλά ενδεχομένως για κάτι άλλο. Η προσπάθεια αποκωδικοποίησης του νοήματος του ποιήματος αποδεικνύεται ωστόσο απατηλή, ακόμη και αν ακολουθήσει κανείς τον δρόμο που ανοίγει ο, ομοίως καταλογικός και ελεγειακός, «Νεκρόδειπνος» του Τάκη Σινόπουλου. Το ποίημα αντιστέκεται σε κάθε μονοσήμαντη ερμηνεία - και έχουν διατυπωθεί αρκετές. Μου φτάνει η δραματική ταλάντωση ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο και η υπέροχη μουσική του ποιήματος.

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Αντίο στον πεζογράφο Χριστόφορο Μηλιώνη



Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης
Με λύπη σας πληροφορούμε ότι πέθανε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες διηγηματογράφους, ο βραβευμένος και καταξιωμένος πεζογράφος Χριστόφορος Μηλιώνης. Συλλογές διηγημάτων: Παραφωνία (1961)· Το πουκάμισο του Κένταυρου (1971)· Τα διηγήματα της Δοκιμασίας (1978)· Το πουκάμισο του Κένταυρου και τ’ άλλα διηγήματα (1982, συγκεντρ. έκδ.)· Καλαμάς κι Αχέροντας (1985)· Χειριστής ανελκυστήρος (1993)· Το μικρό είναι όμορφο (1997)· Τα φαντάσματα του Γιορκ (1999)· Μια χαμένη γεύση (1999)· Η φωτογένεια (2002), Ακροκεραύνια (1976)· Το μοτέλ. Κομμωτής κομητών (2005), Μυθιστορήματα: Δυτική συνοικία (1980)· Ο Σιλβέστρος (1987). 
Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος (1986), το Βραβείο του περιοδικού Διαβάζω (2000) και το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (2005).

~~~~~~~~~~

Ο Χριστόφορος Μηλιώνης γεννήθηκε στο Περιστέρι Πωγωνίου, των Ιωαννίνων, το 1932. Φοίτησε στη Ζωσιμαία Σχολή και σπούδασε φιλολογία στο ΑΠ Θεσσαλονίκης. Υπηρέτησε τη μέση εκπαίδευση, στην Ελλάδα και την Κύπρο, ως καθηγητής, γυμνασιάρχης και σχολικός σύμβουλος. Υπήρξε μέλος της ομάδας εργασίας που συνέταξε τα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γυμνασίου/Λυκείου, και μέλος των εκδοτικών ομάδων των γιαννιώτικων περιοδικών «Ενδοχώρα» και «Δοκιμασία».
Αρκετά άρθρα του δημοσιεύτηκαν στην Φιλολογική Καθημερινή και αργότερα στα Νέα.
Ήταν σύζυγος της ομότιμης καθηγήτριας της γαλλικής φιλολογίας Τατιάνας Τσαλίκη-Μηλιώνη και ιδρυτικό μέλος (έχοντας διατελέσει και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου) της Εταιρείας Συγγραφέων.
Στα γράμματα πρωτοπαρουσιάστηκε το 1954, με διήγημά του στο περιοδικό Ηπειρωτική Εστία.
Ακολούθησαν τα βιβλία διηγημάτων (θεωρείται από τους σημαντικότερους του είδους στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα).
Στα 85 του πέθανε ο πολυβραβευμένος πεζογράφος και εκπαιδευτικός Χριστόφορος Μηλιώνης.